Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Αθλητικές Υποδομές – Αθλητική Πολιτική. Η εσφαλμένη πορεία και ο πραγματικός στόχος.






Ονούφριος Παυλογιάννης*

Μέσα σε συνθήκες που πολλοί συμφωνούν ότι αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό κράτος εμφανίζει αδιαμφισβήτητες μορφές αποσάθρωσης και διάβρωσης, ο αθλητισμός – το αθλητικό κράτος - που αποτελεί υποσύνολο του παρουσιάζει αναπόφευκτα την ίδια εικόνα. Μέσα σε συνθήκες όπου η ζωή, η ασφάλεια, η ευημερία των πολιτών αποτελούν θέματα καθημερινού προβληματισμού και όπου οι συνθήκες δημιουργίας καθίστανται καθημερινά επισφαλείς, οι συνθήκες άθλησης και άσκησης θα υστερούν επίσης αισθητά. Με λίγα λόγια είναι παράδοξο να αναζητούμε υγιείς και αξιοπρεπείς αθλητικές συνθήκες με ισόρροπη κατανομή και με δημοκρατικά κριτήρια για όλες τις περιοχές μέσα σε ένα κοινωνικό κράτος που νοσεί και που δεν προγραμματίζει.

Η προσέγγιση τέτοιων θεμάτων απαιτεί τη διαμόρφωση και την εφαρμογή μιας ουσιαστικής πολιτικής για τον αθλητισμό. Αντί τούτου στη χώρα μας αναζητούμε ακόμη το αναπτυξιακό μοντέλο αθλητισμού, τον εκπαιδευτικό αθλητισμό, τις αθλητικές εγκαταστάσεις, συζητούμε ατέρμονα και ανεπιτυχώς για την αθλητική βία, ανεχόμαστε ανενδοίαστα τον οποιοδήποτε δηλώνει ειδικός σε αθλητικά θέματα. Είναι επομένως στον καθένα εμφανές ότι έχουμε ανάγκη από μεταρρυθμιστικές και διαρθρωτικές τομές σε πολιτικό επίπεδο με προσανατολισμό την αθλητική ανάπτυξη. Για να επιτευχθεί βέβαια κάτι τέτοιο χρειάζεται άμεσα να ξεκινήσει μια ερευνητική – επιστημονική διαδικασία που θα μετρήσει και θα αξιολογήσει την υπάρχουσα αθλητική κατάσταση και κατά συνέπεια θα ιεραρχήσει τις προτεραιότητες. Αντί αυτών τις τελευταίες δεκαετίες γίναμε μάρτυρες της ισχυροποίησης των κομματικών μηχανισμών και του γιγαντισμού του κεντρικού κράτους.

Ως εκ τούτου το θέμα των ανεπαρκών, τόσο ως προς την ποιότητα όσο και ως προς την ποσότητα τους, αθλητικών εγκαταστάσεων της Κέρκυρας δεν μπορεί να μην εντάσσεται στη γενικότερη αναξιόπιστη αθλητική πολιτική. Δεν μπορεί να μη συνδέεται με τις επιλογές μιας χώρας που δεκαετίες τώρα αποδεικνύει τακτικά ότι η άσκηση και ο αθλητισμός δεν ανήκουν στις προτεραιότητες της πολιτικής της, ότι δεν προάγει το δικαίωμα των πολιτών στην άσκηση ως πρωταρχική κοινωνική υπόθεση. Στην Κέρκυρα βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά και ασφαλώς χειρότερα από το μέσο όρο της αθλητικής κατάστασης της χώρας. Εδώ συνεχίζουμε να ζούμε τον «αθλητικό μεσαίωνα» και να υπομένουμε την «έρημο των αθλητικών υποδομών», όταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας έχουν περάσει στην «αθλητική αναγέννηση». Αν κάποιος επιχειρήσει μια πρόχειρη στατιστική μελέτη εύκολα θα επιβεβαιώσει την τοπική αθλητική πραγματικότητα.

Το ερώτημα γίνεται επιτακτικό. Γιατί στην Κέρκυρα παρατηρείται αυτή η καθυστέρηση και η εγκατάλειψη σε έργα αθλητικής πνοής; Οι προηγούμενες δυσλειτουργίες που αφορούν στην κεντρική αθλητική πολιτική εξηγούν κατά ένα μέρος και την τοπική πραγματικότητα. Επί παραδείγματι η χάραξη μιας πολιτικής μόνο μέσα από τους κομματικούς μηχανισμούς οδηγεί σε μια άναρχη και με αδιερεύνητα κριτήρια ίδρυση αθλητικών εγκαταστάσεων που εκ των πραγμάτων άλλους θα ευνοεί και άλλους θα αδικεί. Αντίστοιχα ο κρατισμός και ο υδροκεφαλισμός του κράτους επιδρούν με τέτοιο τρόπο, ώστε αφενός να θεωρείται η Πολιτεία ως ο μόνος φορέας κατασκευής εγκαταστάσεων και αφετέρου να παρατηρείται ως λογική η ενίσχυση κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων, κάτι που κλονίζει την πολυπόθητη αποκέντρωση και αποδυναμώνει την Περιφέρεια.

Είναι βέβαιο ότι οι προηγούμενες αιτιάσεις δεν ικανοποιούν πλήρως και είναι επίσης βέβαιο ότι το ερώτημα παραμένει επιτακτικό, αν δε γίνεται πιο δύσκολο. Γιατί όσο κι αν προσπαθούμε να θεωρούμε εύστοχες όλες τις παραπάνω απαντήσεις, δεν είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι οι συνέπειες αυτών επιδρούν μόνο στην Κέρκυρα. Με λίγα λόγια βρισκόμαστε τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρόνια μπροστά σε αδιαμφισβήτητες αδυναμίες της αθλητικής και κυρίως της πολιτικής ηγεσίας του νησιού μας ως προς τη διαχείριση της αθλητικής πραγματικότητας και του δικαιώματος των πολιτών στην άσκηση, δηλαδή αδυναμία συστηματικής καταγραφής, κοινού προγραμματισμού και εν τέλει ομοιογενούς και δυναμικής αθλητικής στάσης. Ως εκ τούτου η διαχρονικά καταγεγραμμένη αδιαφορία των κυβερνήσεων απέναντι στην Κέρκυρα του αθλητισμού δεν μπορεί να βαραίνει πάντα και μόνο τους «άλλους», αλλά πρέπει εξίσου να αγγίζει και την τοπική κοινωνία και να την οδηγεί σε διαδικασία αυτοκριτικής και προβληματισμού. Παράλληλα η αντίδραση της τελευταίας δεν μπορεί να είναι ούτε αποσπασματική, ούτε μέσω πολιτικών και προσωπικών σχέσεων και προτιμήσεων. Οφείλει να είναι ουσιαστική και σαφής και κυρίως εστιασμένη στη διάγνωση της αθλητικής κατάστασης της Κέρκυρας και στον προγραμματισμό έργων που θα αντιστοιχούν στα αιτήματα του αθλητικού κινήματος του τόπου.

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις αποτελεί η κατάσταση του Εθνικού Αθλητικού Κέντρου της Κέρκυρας και ο διάλογος που συχνά και δικαιολογημένα εξελίσσεται γύρω από το συγκεκριμένο χώρο που τα τελευταία χρόνια γίνεται δέκτης αρνητικών χαρακτηριστικών, όπως απαρχαιωμένος, ασυντήρητος, εγκαταλελειμμένος, απαξιωμένος, χωρίς πόρους, χωρίς εργατικό προσωπικό. Εξαιτίας της μοναδικότητας του ΕΑΚΚ σε επίπεδο νομού και της προπονητικής και αγωνιστικής του χρήσης από την πλειοψηφία των αθλημάτων και των πολιτών, τίθεται ως πρωταρχικό ζήτημα η ουσιαστική και σταθερή στήριξη του με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η επιβίωση και η ασφαλής λειτουργία του και να παρέχονται αξιοπρεπείς συνθήκες άσκησης σε όλους. Ήταν επομένως αναπόφευκτο και επιβεβλημένο οι άνθρωποι του αθλητισμού, μεταξύ των οποίων και κάποιοι από εμάς που βιώνουμε την περιπέτεια της διοίκησης του χώρου, να συστρατευθούν με όλες τους τις δυνάμεις σε αυτόν το στόχο. Με αυτόν τον τρόπο όμως, έγιναν τα αυτονόητα, δηλαδή η στήριξη, η συντήρηση και η αναβάθμιση του αθλητικού κέντρου, σημεία διεκδίκησης και ξεχάστηκαν τα ουσιώδη και τα πρωταρχικά.

Για τους λόγους που αναφέραμε αλλά και εξαιτίας της αρχαιότητας και της πολυχρησίας του ΕΑΚΚ εγκλωβιστήκαμε δικαίως, με κριτήρια αθλητικά και κοινωνικά, στη διαδικασία επιβίωσης του χώρου και αδιαφορήσαμε για το σημαντικό που είναι η ανάπτυξη των αθλητικών εγκαταστάσεων και κατ’ επέκταση του αθλητισμού στην Κέρκυρα. Την ίδια ώρα που εμείς αγωνιζόμαστε για τα ελάσσονα [συντήρηση χώρων, εξασφάλιση καυσίμων, αποπληρωμή οφειλών κλπ], είναι αμέτρητες οι αναφορές για ίδρυση αθλητικών εγκαταστάσεων και οι αποφάσεις για κατασκευή αθλητικών χώρων ανά την Ελλάδα. Από αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να ξεκινήσει η «αντεπίθεση» μας. Ισχυροποιώντας, δηλαδή, το μοναδικό αθλητικό κέντρο του νομού [ΕΑΚΚ], να διεκδικήσουμε όλοι μαζί, πολιτική και αθλητική ηγεσία, αθλητικό κίνημα και κινήματα πολιτών, την προγραμματισμένη κατασκευή πολλών αθλητικών χώρων στην Κέρκυρα, επικαλούμενοι κριτήρια γεωγραφικά, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά, παιδαγωγικά και βέβαια αθλητικά.

Να επικαλεστούμε την ιστορική, αγωνιστική και πολιτιστική αθλητική παράδοση του τόπου και να σημειώσουμε το γεγονός ότι η Κέρκυρα αποτελεί την πύλη της χώρας προς την Ευρώπη και ακόμη ότι βρίσκεται σε κομβικό σημείο του γεωγραφικού χώρου του Ιονίου, δηλαδή ενός θαλάσσιου δρόμου που παρουσιάζει αξιοσημείωτη πολιτισμική κίνηση. Να δημοσιοποιήσουμε σε όλους τους τόνους με στατιστικά και συγκριτικά στοιχεία τον «αθλητικό αποκλεισμό» που υφίσταται ο νομός μας τουλάχιστον σε επίπεδο υποδομών και να υπενθυμίσουμε ότι αυτός ο αποκλεισμός αναστέλλει τη δράση αθλημάτων και συλλόγων, δημιουργεί συνθήκες ανισότιμης ανάπτυξης και δυσχεραίνει την τουριστική και οικονομική προοπτική του τόπου, με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό σε μια περιοχή σαν αυτήν της Κέρκυρας. Να σημειώσουμε, επίσης, εμφατικά ότι η έλλειψη και η ανεπάρκεια των αθλητικών υποδομών της Κέρκυρας πλήττει ουσιαστικά δικαιώματα που συνδέονται με την υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνικοποίηση, τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου των πολιτών δια μέσου του αθλητισμού και της άσκησης.

Η ανάπτυξη των αθλητικών δομών της Κέρκυρας δεν αποτελεί μόνο αιτούμενο αθλητικό. Αποτελεί κυρίως ζήτημα κοινωνικό και πολιτικό που πρέπει να συσπειρώνει τους πολίτες του τόπου.



*Διδάκτωρ Ιστορίας του Αθλητισμού / Αντιπρόεδρος του ΕΑΚ Κέρκυρας

Δεν υπάρχουν σχόλια: